Meaning of Βόλε | Babel Free
/voˈle/Ορισμοί
-
κλητική ενικού του βόλος singular, vocative
- δυνατό σουτ που εκτελείται όταν η μπάλα είναι στον αέρα
-
ένα σουτ βολέ adjective
Ισοδύναμα
English
Volley
Παραδείγματα
“Τρομερό γκολ μ' ένα απίθανο γυριστό βολέ!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.