Meaning of βόλεϊ | Babel Free
/ˈvo.lei̯/Ορισμοί
ομαδικό άθλημα που παίζεται από δύο ομάδες των έξι ατόμων σε γήπεδο χωρισμένο στη μέση με δίχτυ· κάθε ομάδα προσπαθεί να ρίξει την μπάλα στη μεριά των αντιπάλων, ώστε να ακουμπήσει στο έδαφος ή να αναγκάσει τους αντιπάλους να τη βγάλουν εκτός αγωνιστικού χώρου
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.