Meaning of βυζί | Babel Free
/viˈzi/Ορισμοί
-
ο μαστός familiar, vulgar
-
«τα βυζιά» το γυναικείο στήθος plural
-
ειδική οπή σε σαμπρέλα, για την εισαγωγή και αφαίρεση αέρα και το φούσκωμα ή το ξεφούσκωμά της figuratively
Ισοδύναμα
English
boob
Παραδείγματα
“Με αυτό το σουτιέν που φοράει, της πέφτουν τα βυζιά απ’ έξω.”
With that bra that she's wearing, her tits are falling out.
“άλλες μορφές: βυζά”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.