βολβός
Ορισμοί
- ο υπόγειος βλαστός μερικών φυτών που εκτελεί αποταμιευτική λειτουργία, καλύπτεται από χιτώνες σε πολλές στρώσεις ή φολίδες, έχει σφαιρικό σχήμα και καταλήγει σε μια οξεία προεξοχή (οφθαλμό), από την οποία αναπτύσσεται ο υπέργειος βλαστός
- ανδρικό όνομα
-
το φυτό που έχει τέτοιο υπόγειο βλαστό broadly
- σφαιρικό όργανο του σώματος
Ισοδύναμα
34 more languages
Българскилу́ковица
Catalàbulb
Danskløg
Ελληνικάγλόμπος
Esperantobulbo
Eestisibul
فارسیپیاز
Suomisipuli
Gàidhligbolgan
Galegobulbo
עבריתבצל
Bahasa Indonesiaumbi lapis
Íslenskalaukur
日本語球根
ქართულიბოლქვი
ភាសាខ្មែរមើម
한국어알뿌리
Kurdîlok
Latinabulbus
Македонскилуковица
മലയാളംകിഴങ്ങ്
SlovenčinaCibuľka
Svenskalok
Українськацибули́на
Παραδείγματα
“βολβός του ματιού”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free