HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βεβαιώνω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/ve.veˈo.no/

Ορισμοί

  1. δηλώνω την αλήθεια μιας πρότασης
  2. διαβεβαιώνω κάποιον
  3. διαπιστώνω με επίσημο τρόπο

Παραδείγματα

“η αρμόδια υπηρεσία του δήμου με επίσημο έγγραφο βεβαιώνει ότι ο Χ είναι κάτοικος Αθηνών”
“η Δημοτική Αστυνομία βεβαίωσε πολλές παραβάσεις σχετικές με παράνομη στάθμευση”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βεβαιώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course