Meaning of βεβαιώνω | Babel Free
/ve.veˈo.no/Ορισμοί
- δηλώνω την αλήθεια μιας πρότασης
- διαβεβαιώνω κάποιον
- διαπιστώνω με επίσημο τρόπο
Παραδείγματα
“η αρμόδια υπηρεσία του δήμου με επίσημο έγγραφο βεβαιώνει ότι ο Χ είναι κάτοικος Αθηνών”
“η Δημοτική Αστυνομία βεβαίωσε πολλές παραβάσεις σχετικές με παράνομη στάθμευση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.