HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βεβαιώνω — definition

Conjugation of βεβαιώνω

Regular CEFR C2
ve.veˈo.no

δηλώνω την αλήθεια μιας πρότασης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βεβαιώνω
εσύ βεβαιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό βεβαιώνει
εμείς βεβαιώνουμε
εσείς βεβαιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βεβαιώνουν
Παρατατικός
εγώ βεβαίωνα
εσύ βεβαίωνες
αυτός / αυτή / αυτό βεβαίωνε
εμείς βεβαιώναμε
εσείς βεβαιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά βεβαίωναν
Αόριστος
εγώ βεβαίωσα
εσύ βεβαίωσες
αυτός / αυτή / αυτό βεβαίωσε
εμείς βεβαιώσαμε
εσείς βεβαιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βεβαίωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βεβαιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βεβαιώσω
εσύ βεβαιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό βεβαιώσει
εμείς βεβαιώσουμε
εσείς βεβαιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βεβαιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βεβαίωνε
εσείς βεβαιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βεβαίωσε
εσείς βεβαιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
βεβαιώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βεβαιώνομαι
εσύ βεβαιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βεβαιώνεται
εμείς βεβαιωνόμαστε
εσείς βεβαιώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βεβαιώνονται
Παρατατικός
εγώ βεβαιωνόμουν
εσύ βεβαιωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βεβαιωνόταν
εμείς βεβαιωνόμασταν
εσείς βεβαιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βεβαιώνονταν
Αόριστος
εγώ βεβαιώθηκα
εσύ βεβαιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βεβαιώθηκε
εμείς βεβαιωθήκαμε
εσείς βεβαιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βεβαιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βεβαιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βεβαιωθώ
εσύ βεβαιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό βεβαιωθεί
εμείς βεβαιωθούμε
εσείς βεβαιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βεβαιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βεβαιώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βεβαιώσου
εσείς βεβαιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βεβαιωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary