HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απόχρωση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/aˈpo.xɾo.si/

Ορισμοί

  1. μια διαφορετική παραλλαγή ενός χρώματος, που εξαρτάται από το μήκος κύματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας του φωτός
  2. μικρή διαφορά ή παραλλαγή
    figuratively

Ισοδύναμα

English color hue shade

Παραδείγματα

“※ Το μυριόστομο «ααα» θαυμασμού, που συνόδευσε τη φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ακολούθησαν πυροτεχνήματα σε διάφορες αποχρώσεις. (Χριστουγεννιάτικο δέντρο φωτεινό στην Πλατεία και στην Παραλία, kalamata.gr, 11/12/2017 https://www.kalamata.gr/en/enimerosi/apofaseis/oikonomikis-epitropis/94-enimerosi/nea-gr/2448-xristougenniatiko-dendro-fvteino-sthn-plateia-kai-sthn-paralia)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απόχρωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course