Σημασία του αποδημώ | Babel Free
a.po.ðiˈmoΟρισμοί
- φεύγω, για να εγκατασταθώ σε μακρινό τόπο ή ξένη χώρα
-
φεύγω από τη ζωή figuratively
Ισοδύναμα
Català
migrar
Esperanto
migri
Galego
migrar
עברית
נדד
हिन्दी
प्रवास
Kurdî
heke
Português
migrar
Română
migra
Русский
кочевать
мигрировать
перемещаться
перенести
переноси́ть
пересели́ться
переселяться
переселя́ться
соверша́ть перелёт
эмигрировать
Sesotho
falla
ไทย
อพยพ
Українська
емігрувати
Παραδείγματα
“※ Ένα κοπάδι από χρυσαφένιους φοίνικες αποδημούσε από το βλέμμα του. (Φώτης Θαλασσινός, «Κουλτούρες του πένθους, το πέρασμα στη χαρά». Ελευθεροτυπία, 12 Μαρτίου 2011)”
“※ Ἀπεδήμησε τέλος πάντων ὁ πολυπαθὴς γέρων. (Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, Ἡ πάπισσα Ἰωάννα, 1866)”
“εκφράσεις: αποδημώ εις Κύριον”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free