αποδημώ
Ορισμοί
- φεύγω, για να εγκατασταθώ σε μακρινό τόπο ή ξένη χώρα
-
φεύγω από τη ζωή figuratively
Ισοδύναμα
30 more languages
Catalàmigrar
Esperantomigri
Galegomigrar
עבריתנדד
हिन्दीप्रवास
Kurdîheke
Te Reo Māoriheke
Portuguêsmigrar
Românămigra
Русскийкочеватьмигрироватьперемещатьсяперенестипереноси́тьпересели́тьсяпереселятьсяпереселя́тьсясоверша́ть перелётэмигрировать
Sesothofalla
ไทยอพยพ
Українськаемігрувати
Παραδείγματα
“※ Ένα κοπάδι από χρυσαφένιους φοίνικες αποδημούσε από το βλέμμα του. (Φώτης Θαλασσινός, «Κουλτούρες του πένθους, το πέρασμα στη χαρά». Ελευθεροτυπία, 12 Μαρτίου 2011)”
“※ Ἀπεδήμησε τέλος πάντων ὁ πολυπαθὴς γέρων. (Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, Ἡ πάπισσα Ἰωάννα, 1866)”
“εκφράσεις: αποδημώ εις Κύριον”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free