Meaning of αποδημώ | Babel Free
/a.po.ðiˈmo/Ορισμοί
- φεύγω, για να εγκατασταθώ σε μακρινό τόπο ή ξένη χώρα
-
φεύγω από τη ζωή figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Ένα κοπάδι από χρυσαφένιους φοίνικες αποδημούσε από το βλέμμα του. (Φώτης Θαλασσινός, «Κουλτούρες του πένθους, το πέρασμα στη χαρά». Ελευθεροτυπία, 12 Μαρτίου 2011)”
“※ Ἀπεδήμησε τέλος πάντων ὁ πολυπαθὴς γέρων. (Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, Ἡ πάπισσα Ἰωάννα, 1866)”
“εκφράσεις: αποδημώ εις Κύριον”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.