Meaning of απιστία | Babel Free
/[a.pi.ˈsti.a]/Ορισμοί
- η έλλειψη πίστης, όπως θρησκευτικής, συζυγικής
- το αδίκημα του δημοσίου υπαλλήλου που με δόλο μειώνει τη δημοσία περιουσία κατά την είσπραξη και διαχείριση των φόρων ή άλλων προσόδων
Ισοδύναμα
English
breach of trust
Παραδείγματα
“※ Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε ένα καινούργιο σλόγκαν: «συναισθηματική απιστία». Θεωρείται ό,τι πιο προχωρημένο στο σύγχρονο λεξικό της απιστίας. Συνήθως χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει πως η προδοσία δεν συνεπάγεται τη σεξουαλική επαφή, αλλά, μάλλον, μια ανάρμοστη συναισθηματική εγγύτητα η οποία θα έπρεπε να προορίζεται αποκλειστικά για τον σύντροφό μας.”
“※ Ξαναπαντρεύτηκε, μου είπε εμπιστευτικά στο γαμήλο πάρτι, για να ξανακερδίσει τις χαμένες ηδονές της απιστίας. Μόνο ο γάμος εμπνέει τις παράνομες ηδονές. Χωρίς αυτόν γίνονται ρουτίνα (Μίμης Ανδρουλάκης, , Έτσι κάνουν όλες Ο ερωτικός βίος του καθηγητή «Νοστράδαμου», εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.