ανάρρηση
Ορισμοί
-
η επίσημη ανάληψη καθηκόντων σε κάποια ιδιαίτερα υψηλή θέση formal
- η άνοδος σε κάποια σχετικά υψηλή θέση, η ανάδειξη, η αναρρίχηση
Ισοδύναμα
23 more languages
Българскипристъп
Češtinavstup
Magyaráradmány
Italianoaccessione
ქართულიგაწევრიანება
Kurdîrîşe
Portuguêsacessão
ไทยภาคยานุวัติ
Türkçekatılım
Παραδείγματα
“η ανάρρησή του στο θρόνο”
“παρακολουθώ καιρό την πορεία του και η ανάρρησή του τελικά στην προεδρία δεν με εντυπωσιάζει”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free