Σημασία του ανάδοχος | Babel Free
aˈna.ðo.xosΟρισμοί
- η επίσημη ονομασία του νονού
-
το άτομο στο οποίο έχει δοθεί προσωρινά ή μέχρι την ενηλικίωσή του η αναδοχή ενός παιδιού plural-normally
- κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη ή/και η εκτέλεση ή/και η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου (Π.Δ. 305/96)
Ισοδύναμα
العربية
متعهد
Azərbaycan dili
podratçı
Čeština
zhotovitel
Dansk
fadder
Esperanto
baptogepatro
Eesti
vader
Gaeilge
cara as Críost
Galego
padriño
ʻŌlelo Hawaiʻi
makua papakema
עברית
קבלן
हिन्दी
ठेकेदार
ქართული
ნათლია
Latina
redemptor
Lëtzebuergesch
Pätter
Svenska
fadder
Türkçe
müteahhit
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free