ανάδοχος
Ορισμοί
- η επίσημη ονομασία του νονού
-
το άτομο στο οποίο έχει δοθεί προσωρινά ή μέχρι την ενηλικίωσή του η αναδοχή ενός παιδιού plural-normally
- κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη ή/και η εκτέλεση ή/και η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου (Π.Δ. 305/96)
Ισοδύναμα
33 more languages
العربيةمتعهد
Azərbaycan dilipodratçı
Češtinazhotovitel
Danskfadder
Esperantobaptogepatro
Eestivader
Gaeilgecara as Críost
Galegopadriño
ʻŌlelo Hawaiʻimakua papakema
עבריתקבלן
हिन्दीठेकेदार
ქართულინათლია
Latinaredemptor
LëtzebuergeschPätter
Svenskafadder
Türkçemüteahhit
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free