HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εργολάβος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/eɾ.ɣoˈla.vos/

Ορισμοί

  1. πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. στα δημόσια έργα ο ανάδοχος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του ν.1418/84 ([Π.Δ. 305/96]).
  4. γλύκισμα με αμύγδαλα
  5. εραστής
    dated

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εργολάβος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course