HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

εργολάβος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
eɾ.ɣoˈla.vos

Ορισμοί

  1. πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. στα δημόσια έργα ο ανάδοχος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του ν.1418/84 ([Π.Δ. 305/96]).
  4. γλύκισμα με αμύγδαλα
  5. εραστής
    dated

Ισοδύναμα

32 more languages
العربيةمتعهد
Azərbaycan dilipodratçı
Българскиореховка
Danskmakron
עבריתקבלן
Bahasa Indonesiapemborongwirausaha
Kurdîfîrma
Македонскиизведувач
Svenskamakron
Tiếng Việttư nhân
中文企業家
繁體中文企業家

Παραδείγματα

“Ο εργολάβος ανέλαβε την ανακαίνιση του κτιρίου.”

The contractor took on the renovation of the building.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εργολάβος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free