Meaning of ακριβο- | Babel Free
Ορισμοί
- αʹ συνθετικό σύνθετης λέξης που προσδίδει στο βʹ συνθετικό τη σημασία του ακριβού ή πολύτιμου ή να γίνεται κάτι σωστά και φροντισμένα
- αʹ συνθετικό σύνθετης λέξης που προσδίδει στο βʹ συνθετικό τη σημασία του ακριβούς, σαφούς ή κυριολεκτικού
Παραδείγματα
“ακριβο- (akrivo-) + γιος (gios, “son”) → ακριβογιός (akrivogiós, “precious son”)”
“ακριβο- (akrivo-) + δίκαιος (díkaios, “just, fair”) → ακριβοδίκαιος (akrivodíkaios, “scrupulously fair”)”
“ακριβοπληρωμένος”
“ακριβοζυγισμένος, ακριβολογώ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.