Meaning of ακτινο- | Babel Free
Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσδίδει στη σύνθετη λέξη τη σημασία της ακτίνας ή ακτινοβολίας
Παραδείγματα
“ακτινοβολώ, ακτινόσχημος, ακτινενεργός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.