HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αβγό

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
aˈvɣo

Ορισμοί

  1. το γονιμοποιημένο ωάριο, το γέννημα θηλυκών ζώων (πτηνών, ερπετών και ψαριών), που έχει σφαιρικό σχήμα και αποτελείται από το κέλυφος (αλλιώς τσόφλι), τις υποκελύφιες μεμβράνες, το λεύκωμα (αλλιώς, ασπράδι) και τη λέκιθο (αλλιώς κρόκο)
  2. το γέννημα κυρίως της κότας
  3. αντικείμενο το οποίο μοιάζει με το αβγό της κότας, συνήθως από ξύλο ή και βρώσιμο από σοκολάτα
  4. «τα αβγά» οι όρχεις, τα αντρικά γεννητικά όργανα
    vulgar

Ισοδύναμα

38 more languages
العربيةبيضة
Българскияйце
Catalàou
Cymraegwy
Danskæg
Esperantoovo
Eestimuna
עבריתביצה
Magyartojás
Հայերենձու
Íslenskaegg
Italianoovulouovo
Қазақ тіліжұмыртқа
Latinaovum
Lietuviųkiaušinis
Bahasa Melayutelur
Românăou
Slovenčinavajce
Slovenščinajajce
Српскиадвокат
Türkçetohumyumurta
Tiếng Việttrứng cá
中文慫恿鸡蛋
繁體中文慫恿雞蛋

Παραδείγματα

“Το αβγό της χελώνας είναι μικρό και ολοστρόγγυλο.”

A turtle's egg is small and totally round.

Για να φτιάξεις μπισκότα χρειάζεσαι αβγά, αλεύρι και βούτυρο.”

To make biscuits, you need eggs, flour and butter.

“Το Πάσχα στην Ευρώπη τρώνε σοκολατένια αβγά.”

At Easter in Europe, chocolate eggs are eaten.

“Δύο άντρες χρειάζονται το αβγό μιας γυναίκας για να έχουν ένα παιδί.”

Two men need a woman's egg to have a child.

“(τρόφιμο) το περιεχόμενο του αβγού ως τροφή”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αβγό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free