Meaning of ήμερος | Babel Free
/ˈi.me.ɾos/Ορισμοί
- που δεν είναι άγριος, που έχει εξημερωθεί· εξημερωμένος
- που καλλιεργείται από τον άνθρωπο, που δεν φυτρώνει από μόνος του σε άγρια κατάσταση
- πράος
- που γίνεται χωρίς βία ή χωρίς ένταση
Παραδείγματα
“※ Ο Παντελής την έθαψε χωρίς σπαραγμό κ' ευχαρίστησε το θεό για τον ήμερο θάνατο που της έδωσε.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.