HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άμετρος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. που δεν έχει μέτρο, που δεν έχει όριο, που φτάνει στην υπερβολή
  2. που δεν έχει μέτρο
    literary

Παραδείγματα

“※ Η Νίνα έφερε στο μυαλό της τα αψιά χαρακτηριστικά τρωκτικού και τη στραβοχυμένη κοψιά του τύπου, μαζί με την άμετρη μπουρδολογία και την υπερβολή των θεατρινίστικων κινήσεών του (Λίνα Βαρότση, Σήκω από πάνω μου, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)”
“Η άμετρη φιλοδοξία του τον κατέστρεψε τελικά.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άμετρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course