HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αβυσσαλέος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
a.vi.saˈle.os

Ορισμοί

  1. που έχει μεγάλο βάθος, κρημνώδης, βαραθρώδης
  2. υπερβολικά μεγάλος
    figuratively
  3. καταχθόνιος, ανεξιχνίαστος

Ισοδύναμα

26 more languages
Българскибездънен
Catalàabissal
Esperantomalbonega
한국어망극하다
Latinaprofundus
Nederlandsbodemloos
Românăabisal
Türkçealtsız
Tiếng Việtvô lượng

Παραδείγματα

“αβυσσαλέο μίσος”

deep hatred

“αβυσσαλέο χάσμα”
“※ Φοράει ένα στενό, πράσινο φόρεμα με αβυσσαλέο ντεκολτέ που θα ανάγκαζε χωρίς δεύτερη σκέψη τον Οδυσσέα να κάνει ακόμα μια μακροχρόνια παρέκκλιση στο ταξίδι της επιστροφής προς την Ιθάκη. (Γρηγόρης Αζαριάδης, Παραπλάνηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)”
“είναι άνθρωποι με αβυσσαλέα αισθήματα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αβυσσαλέος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free