Meaning of ακαταμέτρητος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει μετρηθεί ακόμα, αλλά μπορεί να μετρηθεί
- το επίθετο ακαταμέτρητος με πολυτονική γραφή
- που πρακτικά δεν μπορεί να μετρηθεί, τεράστιος, άπειρος, αχανής
Παραδείγματα
“έχουμε ακόμη αρκετά ακαταμέτρητα ψηφοδέλτια..../ το ακαταμέτρητο ρολόι της ΔΕΗ”
“η ακαταμέτρητη δύναμη του Θεού/ τα ακαταμέτρητα αστέρια”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.