HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακαταμέτρητος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που δεν έχει μετρηθεί ακόμα, αλλά μπορεί να μετρηθεί
  2. το επίθετο ακαταμέτρητος με πολυτονική γραφή
  3. που πρακτικά δεν μπορεί να μετρηθεί, τεράστιος, άπειρος, αχανής

Παραδείγματα

“έχουμε ακόμη αρκετά ακαταμέτρητα ψηφοδέλτια..../ το ακαταμέτρητο ρολόι της ΔΕΗ”
“η ακαταμέτρητη δύναμη του Θεού/ τα ακαταμέτρητα αστέρια”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακαταμέτρητος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course