Meaning of ψυχογιός | Babel Free
/psi.xoˈʝos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- θετός γιος, αγόρι το οποίο έχει υιοθετηθεί επίσημα ή απλώς μεγαλώνει ως προστατευόμενος κάποιου και συχνά βοηθά τον πατριό του (ή εκείνον που τον προστατεύει) στη δουλειά του
Παραδείγματα
“Παρά την βρύσιν μας έφερεν ο ψυχογιός του Γιαννάκη, ο αγωγιάτης καλάθιον με αχλάδια, αγγούρια και πράγματα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άσπρη σαν το χιόνι)”
“O Κόλιν μεγάλωσε στη Νότια Βοστώνη, ψυχογιός του ιρλανδού αρχι-μαφιόζου Φρανκ Κοστέλο, o οποίος τον σπρώχνει να καταταγεί στην αστυνομία για να κάνει καριέρα, χωρίς φυσικά να πάψει να δουλεύει (για το αζημίωτο) για εκείνον. (από παρουσίαση κινηματογραφικής ταινίας στον ιστότοπο της εφημερίδας ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.