Meaning of πρόγονος | Babel Free
/ˈpɾo.ɣo.nos/Ορισμοί
- ο γιος τού / τής συζύγου κάποιας / κάποιου από προηγούμενο γάμο ή σχέση
- ανδρικό επώνυμο
- που έζησε παλιότερα και από τον οποίο κατάγεται κάποιος
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.