Meaning of χαλάζι | Babel Free
/xaˈla.zi/Ορισμοί
- μορφή υετού από σφαιρικά συνήθως κομμάτια πάγου διαφόρων μεγεθών
- το καθένα από τα σφαιρικά αυτά κομμάτια πάγου
- η χαλαζόπτωση
-
οτιδήποτε υλικό ή άυλο επιπίπτει με μεγάλη ορμή ή μαζικά figuratively
Ισοδύναμα
English
Hail
Παραδείγματα
“Tα βόλια έπεφταν χαλάζι.”
A hail of bullets.
“※ είν' τα χιόνια σας πολλά και τα χαλάζια λίγα (δημοτικό)”
“Το χαλάζι ήταν στο μέγεθος της φακής.”
“Οι πέτρες έπεφταν σαν το χαλάζι.”
“Οι μηνύσεις θα πέσουν σαν το χαλάζι.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.