Meaning of φόλα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- δηλητηριασμένο κομμάτι τροφής που αποσκοπεί στην εξόντωση (αδέσποτου συνήθως) ζώου (συχνά με φρικτούς πόνους)
-
δόλωμα, ψέμα figuratively
-
απαξιωτικός χαρακτηρισμός, κυρίως για κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο offensive
-
απαξιωτικός χαρακτηρισμός για μη εμφανίσιμες γυναίκες,που χρησιμοποιείται κυρίως σε φόρουμ για κριτική οίκων ανοχής offensive
- κομματάκι από διάφορα υλικά (σαμπρέλα, δέρμα κ.λπ.), με το οποίο μπαλώνουμε κάτι που έχει τρυπήσει ή έχει φθαρεί
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.