HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φράζω | Babel Free

Verb CEFR B1
/ˈfra.zo/

Ορισμοί

  1. εμποδίζω την είσοδο ή τη διάβαση δημιουργώντας ένα φράγμα (εμπόδιο)
  2. εμποδίζω τη θέα, την ορατότητα
  3. κλείνω γύρω γύρω μια έκταση
  4. επιβάλλω φραγή σε κάποιον, του απαγορεύω να επεξεργαστεί δεδομένα σε ένα δικτυακό τόπο
  5. βουλώνω
    intransitive, transitive

Ισοδύναμα

English Clog Fence

Παραδείγματα

“Έφραξε ο νεροχύτης.”

The sink clogged up.

“η πελώρια μορφή του μου έφραξε την είσοδο”
“※ Η ομίχλη φεύγει ασταμάτητα, ώσπου χάνεται στο βάθος του τοπίου ανάμεσα στα βουνά που φράζουν τον ορίζοντα. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)”
“του έφραξε το στόμα με ένα μαντίλι”
“ο νεροχύτης φράζει συνεχώς”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φράζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course