Meaning of φράζω | Babel Free
/ˈfra.zo/Ορισμοί
- εμποδίζω την είσοδο ή τη διάβαση δημιουργώντας ένα φράγμα (εμπόδιο)
- εμποδίζω τη θέα, την ορατότητα
- κλείνω γύρω γύρω μια έκταση
- επιβάλλω φραγή σε κάποιον, του απαγορεύω να επεξεργαστεί δεδομένα σε ένα δικτυακό τόπο
-
βουλώνω intransitive, transitive
Παραδείγματα
“Έφραξε ο νεροχύτης.”
The sink clogged up.
“η πελώρια μορφή του μου έφραξε την είσοδο”
“※ Η ομίχλη φεύγει ασταμάτητα, ώσπου χάνεται στο βάθος του τοπίου ανάμεσα στα βουνά που φράζουν τον ορίζοντα. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)”
“του έφραξε το στόμα με ένα μαντίλι”
“ο νεροχύτης φράζει συνεχώς”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.