Meaning of φρακαρισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει φρακάρει, που είναι ακινητοποιημένος, στριμωγμένος, σφηνωμένος
-
που δεν μπορεί να σημειώσει πρόοδο figuratively
Παραδείγματα
“είμαι φρακαρισμένος στην Αθηνάς και πάμε σημειωτόν/το ασανσέρ είναι φρακαρισμένο μεταξύ 2ου και 3ου ορόφου”
“νιώθω φρακαρισμένο το μυαλό μου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.