HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φρακαρισμένος | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει φρακάρει, που είναι ακινητοποιημένος, στριμωγμένος, σφηνωμένος
  2. που δεν μπορεί να σημειώσει πρόοδο
    figuratively

Παραδείγματα

“είμαι φρακαρισμένος στην Αθηνάς και πάμε σημειωτόν/το ασανσέρ είναι φρακαρισμένο μεταξύ 2ου και 3ου ορόφου”
“νιώθω φρακαρισμένο το μυαλό μου”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φρακαρισμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course