Conjugation of φράζω
ˈfra.zoεπιβάλλω φραγή σε κάποιον, του απαγορεύω να επεξεργαστεί δεδομένα σε ένα δικτυακό τόπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φράζω |
| εσύ | φράζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φράζει |
| εμείς | φράζουμε |
| εσείς | φράζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φράζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έφραζα |
| εσύ | έφραζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έφραζε |
| εμείς | φράζαμε |
| εσείς | φράζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έφραζαν |
Αόριστος
| εγώ | έφραξα |
| εσύ | έφραξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έφραξε |
| εμείς | φράξαμε |
| εσείς | φράξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έφραξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φράξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φράξω |
| εσύ | φράξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φράξει |
| εμείς | φράξουμε |
| εσείς | φράξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φράξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φράζε |
| εσείς | φράζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φράξε |
| εσείς | φράξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φράξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φράζομαι |
| εσύ | φράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φράζεται |
| εμείς | φραζόμαστε |
| εσείς | φράζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φράζονται |
Παρατατικός
| εγώ | φραζόμουν |
| εσύ | φραζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φραζόταν |
| εμείς | φραζόμασταν |
| εσείς | φραζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φράζονταν |
Αόριστος
| εγώ | φράχτηκα |
| εσύ | φράχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φράχτηκε |
| εμείς | φραχτήκαμε |
| εσείς | φραχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φράχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φραχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φραχτώ |
| εσύ | φραχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φραχτεί |
| εμείς | φραχτούμε |
| εσείς | φραχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φραχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φράζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φράξου |
| εσείς | φραχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φραχτεί |