Meaning of φανφάρα | Babel Free
Ορισμοί
- σύντομο μουσικό κομμάτι που είναι γραμμένο για να εκετελεστεί από χάλκινα πνευστά όργανα (τρομπέτες κ.ά.) και προορίζεται να ακουστεί σε κάποια γιορτή ή πανηγύρι
- μπάντα ή ορχήστρα που απαρτίζεται κυρίως από σαλπιγκτές
-
ο πομπώδης λόγος πολιτικού ή γενικά ο κομπασμός και ο άτοπος στόμφος ενός (συν)ομιλητή figuratively
Παραδείγματα
“Η φανφάρα γράφεται στους φυσικούς αρμονικούς φθόγγους της σάλπιγγας”
“Μπροστά πήγαινε η εικόνα, πίσω η φανφάρα και πιο πίσω οι πιστοί”
“Άσε τις φανφάρες και λέγε τώρα τι θα κάνουμε, γιατί καιγόμαστε”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.