Meaning of υψωμένος | Babel Free
/i.psoˈme.nos/Ορισμοί
- που έχει υψωθεί
-
που έχει εξυψωθεί figuratively
- που ορθώνεται σε κάποιο σημείο, που δεσπόζει
Παραδείγματα
“υψωμένη σημαία”
a lifted/hoisted flag
“*Με το φόρεμά της υψωμένον μέχρι της οσφύος, με τον κώλον της γυμνόν και τουρλωμένον... (Ανδρ. Εμπειρίκος, "Μέγας Ανατολικός")”
“*Με υψωμένη τη φωνή / Η υψωμένη σημαία / Το υψωμένο φρύδι”
“*Πέσε στα γόνατα , προσκύνα το πανάγιο χώμα, με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη (Κ. Βάρναλης, Πρωτομαγιά του 1944)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.