HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υψωμένος | Babel Free

Verb feminine CEFR B2
/i.psoˈme.nos/

Ορισμοί

  1. που έχει υψωθεί
  2. που έχει εξυψωθεί
    figuratively
  3. που ορθώνεται σε κάποιο σημείο, που δεσπόζει

Παραδείγματα

“υψωμένη σημαία”

a lifted/hoisted flag

“*Με το φόρεμά της υψωμένον μέχρι της οσφύος, με τον κώλον της γυμνόν και τουρλωμένον... (Ανδρ. Εμπειρίκος, "Μέγας Ανατολικός")”
“*Με υψωμένη τη φωνή / Η υψωμένη σημαία / Το υψωμένο φρύδι”
“*Πέσε στα γόνατα , προσκύνα το πανάγιο χώμα, με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη (Κ. Βάρναλης, Πρωτομαγιά του 1944)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υψωμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course