HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υπερυψωμένος | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει υπερυψωθεί, που έχει υψωθεί πολύ υψηλά ή που είναι απλώς πιο υψηλά από ένα ορισμένο επίπεδο αναφοράς, π.χ. από το δάπεδο
  2. ο υπερεκτιμημένος, κάποιος που απολαμβάνει περισσότερο σεβασμό ή εκτίμηση από όσο του αξίζει

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υπερυψωμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course