Meaning of υβρίδιο | Babel Free
/iˈvɾi.ði.o/Ορισμοί
- ον που έχει δημιουργηθεί με την διασταύρωση ατόμων, τα οποία είναι γενετικά ανόμοια
-
ιδέα ή οντότητα που έχει δημιουργηθεί από ανόμοιες πηγές figuratively
- σύνθετη λέξη που έχει προκύψει από στοιχεία δύο διαφορετικών γλωσσών, π.χ. κασετόφωνο, βιντεοταινία
Παραδείγματα
“※ 2024 Νίκος Α. Μάντης, Αδύνατες πόλεις: Τα χρονικά της προσομοίωσης, εκδ. Καστανιώτη”
“< υπώνυμα: κυβόργιο (υβρίδιο μηχανής και ανθρώπου)”
“※ 2015 Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών: Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών, εκδ. Ίκαρος”
“≈ συνώνυμα: νόθο σύνθετο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.