HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τύψη | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈti.psi/

Ορισμοί

η έντονη ψυχική κατάσταση που νιώθει όποιος αντιλαμβάνεται την ενοχή του για κάτι και κατηγορεί τον εαυτό του

Ισοδύναμα

English guilt

Παραδείγματα

“※ Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τύψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course