HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του τσιτσίδι | Babel Free

Επίρρημα CEFR B2
t͡siˈt͡siði

Ορισμοί

τελείως γυμνός, χωρίς κανένα ρούχο

adverb

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Η γριά τρελάθηκε και βγήκε τσιτσίδι στον δρόμο έξω.”

The old woman went mad and went out stark naked into the street.

“※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τσιτσίδι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free