τσιτσίδι
Ορισμοί
τελείως γυμνός, χωρίς κανένα ρούχο
adverb
Ισοδύναμα
12 more languages
Catalàconill
Češtinahanbatý
Deutschfadennacktfaselnackendfaselnacktfasennacktfasernacktmutternacktpudelnacktsplitterfasernacktsplitternackt
Gaeilgetarnocht
Bahasa Indonesiatelanjang bulat
Nederlandsspiernaakt
Portuguêsà pai Adão
Svenskai bara mässingen
Tiếng Việttrần trụi
Παραδείγματα
“Η γριά τρελάθηκε και βγήκε τσιτσίδι στον δρόμο έξω.”
The old woman went mad and went out stark naked into the street.
“※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free