Meaning of τρώγλη | Babel Free
/ˈtɾo.ɣli/Ορισμοί
- σπηλιά στην οποία κατοικούσαν άνθρωποι χωρίς άλλη κατοικία
-
ανήλια, στενή και σε κακή κατάσταση (υπόγεια) κατοικία offensive
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.