Meaning of τρωγλοδύτης | Babel Free
/tɾo.ɣloˈði.tis/Ορισμοί
- άνθρωπος που κατοικεί μέσα σε σπηλιά, τρώγλη
-
άνθρωπος που ζει μέσα σε πρόχειρα καταλύματα figuratively
- ο τρυποκάρυδος ή τρυποφράχτης
-
ο χιμπατζής dated
Ισοδύναμα
English
Troglodyte
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.