Meaning of τάχα | Babel Free
/ˈtaxa/Ορισμοί
- άραγε (εκφράζει απορία)
- δήθεν (για κάτι που το θεωρούμε προσποιητό, υποκριτικό, αναληθές)
Παραδείγματα
“Δικαιολογήθηκε πως τάχα ήταν άρρωστος.”
His excuse was that he was supposedly sick.
“Αργήσαμε τάχα; Δεν υπάρχει κανείς εδώ.”
I wonder if we're late? There's no one here.
“※ Έρωτας τάχα να ’ν’ αυτό / που έτσι με κάνει να ποθώ / τη συντροφιά σου… (από ποίημα της Μυρτιώτισσας)”
“Έλειπε χτες από τη δουλειά. Ήτανε λέει τάχα άρρωστος.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.