HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σύνορο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈsi.no.ro

Ορισμοί

  1. φράχτης, άλλο διαχωριστικό ή νοητή γραμμή που χωρίζει δύο κτήματα, ιδιοκτησίες ή διοικητικές οντότητες μεταξύ τους
  2. κάτι που θέτει όρια, που περιορίζει
    figuratively, plural-normally

Ισοδύναμα

24 more languages

Παραδείγματα

“Τουρκικό τεθωρακισμένο προσπαθεί με σχοινί να ρίξει τον φράχτη στα σύνορα”

Turkish tank tries to knock over fence with rope at the border

“※ όταν το έθνος «περιφράχθηκε» μέσα στα κρατικά σύνορα, η εθνοτική/εθνική συμβίωση της προγενέστερης φάσης μετασχηματίστηκε σε γειτονία εθνικών κρατών (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο "γεωργικός εθνικισμός" στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σύνορο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free