HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σφαγέας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
sfaˈʝe.as

Ορισμοί

  1. που ασχολείται επαγγελματικά με τη σφαγή ζώων ή γενικότερα δουλεύει σε σφαγείο
  2. που σκοτώνει (μαζικά) ανθρώπους (σε πόλεμο) σφάζοντάς τους ή με άλλους άγριους τρόπους

Ισοδύναμα

22 more languages

Παραδείγματα

“Ο σφαγέας δουλεύει από νωρίς το πρωί στο σφαγείο.”

The slaughterer works from early morning at the slaughterhouse.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σφαγέας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free