χασάπης
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο κρεοπώλης
-
ο σφαγιαστής ανθρώπων figuratively
-
ο κακός γιατρός, ιδίως ο χειρουργός που ευθύνεται για θανάτους ασθενών figuratively
-
ο μηχανικός προβολής κινηματογραφικών ταινιών που έχει κόψει σημαντικά τμήματα από μια ταινία ή δεν καδράρει σωστά, με αποτέλεσμα να χάνεται ένα μέρος του πλάνου, ιδίως αυτό που περιέχει τους υπότιτλους figuratively
Ισοδύναμα
23 more languages
Azərbaycan diliqəssab
DeutschFleischerFleischerinFleischhackerFleischhackerinFleischhauerFleischhauerinKatzoffKnochenhauerKnochenhauerinmetzgenMetzgerMetzgerinMetzlerMetzlerinniedermachenniedermetzelnSchächterSchächterinschlachtenSchlachterSchlachterin
Gaeilgemarfach
Bahasa Indonesiapenyembelih
Portuguêsaçougueiro
Slovenčinamäsiar
Slovenščinamesar
Svenskaslaktare
Türkçekasap
Παραδείγματα
“Χασάπη, γράμματα!”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free