HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

συγκοπή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
siŋ.ɡo.ˈpi

Ορισμοί

  1. η ξαφνική, αλλά συνήθως προσωρινή, απώλεια της συνείδησης λόγω εγκεφαλικής ισχαιμίας
  2. η παράλειψη μεσαίου τμήματος μίας λέξης.
  3. η αφαίρεση συλλαβής για να διατηρηθεί το μέτρο του στίχου
  4. απόκλιση από τον ρυθμικό τονισμό, τονισμός του ασθενούς μέρους ενός μέτρου αντί του ισχυρού

Ισοδύναμα

34 more languages
Българскиприпадък
Catalàsíncope
Ελληνικάλιποθυμία
Gàidhligfannachadh
हिन्दीमूर्छन
Bahasa Indonesiagagal jantung
Íslenskabrottfall
한국어심부전
Latinalanguor
Македонскисинкопа
Türkçebayılma
Tiếng Việtsuy tim

Παραδείγματα

“Έπαθε συγκοπή. Συγκοπή καρδίας, που δυστυχώς ήταν μοιραία.”

He suffered a syncope. A cardiac arrest, which unfortunately was fatal.

“e.g. περιπατώ > περπατώ (perpató) syncope of -ι-”
“Η γυναίκα μου έπαθε συγκοπή.”
“Σημείωση: Συχνά ο όρος συγκοπή αναφέρεται στην συγκοπή καρδιάς που σημαίνει απώλεια συνείδησης που οφείλεται σε καρδιολογικά αίτια (δηλαδή σε μειωμένη ικανότητα της καρδιάς να τροφοδοτήσει τον εγκεφάλο με αίμα).”
“κορυφή - κορφή, κόψετε - κόψτε, σιτάρι - στάρι, φέρετε - φέρτε.”
“Σημείωση: Στην ελληνική γλώσσα η συγκοπή αφορά συνήθως την απώλεια ενός φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη συγκοπή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free