Σημασία του συγκοπή | Babel Free
siŋ.ɡo.ˈpiΟρισμοί
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
ürək çatışmazlığı
Български
припадък
Català
síncope
Dansk
hjertestop
Ελληνικά
λιποθυμία
Suomi
pyörtyminen
sisäheitto
sydämen vajaatoiminta
sydämenpysähdys
synkooppi
synkopaatio
synkopee
synkopointi
Gàidhlig
fannachadh
हिन्दी
मूर्छन
Bahasa Indonesia
gagal jantung
Íslenska
brottfall
한국어
심부전
Latina
languor
Македонски
синкопа
Română
insuficiență cardiacă
Русский
инфаркт
инфа́ркт миока́рда
обморок
остано́вка се́рдца
серде́чная недоста́точность
серде́чная сла́бость
синкопа
தமிழ்
மாரடைப்பு
Türkçe
bayılma
Українська
серце́ва недоста́тність
Tiếng Việt
suy tim
Παραδείγματα
“Έπαθε συγκοπή. Συγκοπή καρδίας, που δυστυχώς ήταν μοιραία.”
He suffered a syncope. A cardiac arrest, which unfortunately was fatal.
“e.g. περιπατώ > περπατώ (perpató) syncope of -ι-”
“Η γυναίκα μου έπαθε συγκοπή.”
“Σημείωση: Συχνά ο όρος συγκοπή αναφέρεται στην συγκοπή καρδιάς που σημαίνει απώλεια συνείδησης που οφείλεται σε καρδιολογικά αίτια (δηλαδή σε μειωμένη ικανότητα της καρδιάς να τροφοδοτήσει τον εγκεφάλο με αίμα).”
“κορυφή - κορφή, κόψετε - κόψτε, σιτάρι - στάρι, φέρετε - φέρτε.”
“Σημείωση: Στην ελληνική γλώσσα η συγκοπή αφορά συνήθως την απώλεια ενός φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free