συγκοπή
Ορισμοί
Ισοδύναμα
34 more languages
Azərbaycan diliürək çatışmazlığı
Българскиприпадък
Catalàsíncope
Danskhjertestop
Ελληνικάλιποθυμία
Suomipyörtyminensisäheittosydämen vajaatoimintasydämenpysähdyssynkooppisynkopaatiosynkopeesynkopointi
Gàidhligfannachadh
हिन्दीमूर्छन
Bahasa Indonesiagagal jantung
Íslenskabrottfall
한국어심부전
Latinalanguor
Македонскисинкопа
Românăinsuficiență cardiacă
Русскийинфарктинфа́ркт миока́рдаобморокостано́вка се́рдцасерде́чная недоста́точностьсерде́чная сла́бостьсинкопа
தமிழ்மாரடைப்பு
Türkçebayılma
Українськасерце́ва недоста́тність
Tiếng Việtsuy tim
Παραδείγματα
“Έπαθε συγκοπή. Συγκοπή καρδίας, που δυστυχώς ήταν μοιραία.”
He suffered a syncope. A cardiac arrest, which unfortunately was fatal.
“e.g. περιπατώ > περπατώ (perpató) syncope of -ι-”
“Η γυναίκα μου έπαθε συγκοπή.”
“Σημείωση: Συχνά ο όρος συγκοπή αναφέρεται στην συγκοπή καρδιάς που σημαίνει απώλεια συνείδησης που οφείλεται σε καρδιολογικά αίτια (δηλαδή σε μειωμένη ικανότητα της καρδιάς να τροφοδοτήσει τον εγκεφάλο με αίμα).”
“κορυφή - κορφή, κόψετε - κόψτε, σιτάρι - στάρι, φέρετε - φέρτε.”
“Σημείωση: Στην ελληνική γλώσσα η συγκοπή αφορά συνήθως την απώλεια ενός φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free