HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λιποθυμία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
li.po.θiˈmi.a

Ορισμοί

  1. απότομη και σύντομη απώλεια των αισθήσεων ενός ανθρώπου, λόγω διαταραχών
  2. άλλη μορφή του λιποθυμία
    familiar

Ισοδύναμα

33 more languages

Παραδείγματα

“Έπαθε λιποθυμία από τη ζέστη και την κούραση.”

He fainted from the heat and exhaustion.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λιποθυμία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free