Meaning of στείρος | Babel Free
/ˈstiɾos/Ορισμοί
- που στερείται την ικανότητα να τεκνοποιήσει
-
που δε δημιουργεί, δε βρίσκει λύσεις, δεν έχει ή δε φέρει αποτέλεσμα figuratively
Παραδείγματα
“Δεν έκαναν παιδιά, διότι η γυναίκα του ήταν στείρα.”
They didn't have any children as his wife was infertile.
“Βάλε το σ’ ένα στείρο φιαλίδιο.”
Put it in a sterile vial.
“Μην φυτέψεις εκεί, είναι στείρα γη.”
Don't plant over there, it's barren land.
“Δυστυχώς, οι συζητήσεις ήταν στείρες.”
Unfortunately, the discussions were fruitless.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.