HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ατελέσφορος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.teˈle.sfo.ɾos/

Ορισμοί

χωρίς αποτέλεσμα, που δεν έχει πετύχει το σκοπό του

Παραδείγματα

“ατελέσφορη διαπραγματευτική τακτική”

fruitless negotiating tactics

“※ Το πρόβλημα είναι ότι η αξιωματική αντιπολίτευση προσέρχεται σε αυτές τις δύσκολες συζητήσεις χωρίς σαφές πρόγραμμα, δίνοντας την εντύπωση ότι θα το διαμορφώσει με βάση τις αντιδράσεις, ακολουθώντας δηλαδή μια ατελέσφορη διαπραγματευτική τακτική με τον πρόσθετο κίνδυνο να χάσει στην πορεία και αυτούς που θέλει να εκπροσωπεί (* εφημερίδα Αυγή)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ατελέσφορος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course