Meaning of άκαρπος | Babel Free
/ˈa.kaɾ.pos/Ορισμοί
-
που δεν παράγει καρπούς literally
-
που αδυνατεί να τεκνοποιήσει broadly
-
που δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα figuratively
Ισοδύναμα
English
Barren
Παραδείγματα
“Έχουμε μια μηλιά στην αυλή αλλά είναι άκαρπη.”
“≈ συνώνυμα: άγονος”
“≠ αντώνυμα: γόνιμος, εύφορος, καρποφόρος”
“άκαρπο ζευγάρι”
“≈ συνώνυμα: άτεκνος, στείρος”
“Οι διαπραγματεύσεις απέβησαν άκαρπες.”
“Οι προσπάθειές τους παρέμειναν άκαρπες.”
“≈ συνώνυμα: άγονος, ανεπιτυχής, αναποτελεσματικός, ατελέσφορος, στείρος”
“≠ αντώνυμα: αποτελεσματικός, επιτυχής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.