Meaning of σκοτεινός | Babel Free
/sko.tiˈnos/Ορισμοί
- που δε φωτίζεται
- χωρίς λάμψη
-
μυστηριώδης, περίπλοκος figuratively
-
χωρίς σαφήνεια figuratively
-
που έχει κακία ή δόλο figuratively
-
αβέβαιος, ζοφερός, δυσοίωνος figuratively
Παραδείγματα
“η σκοτεινή πλευρά της σελήνης”
“σκοτεινές σχέσεις / συναλλαγές / επαφές”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.