Meaning of σείστρο | Babel Free
/ˈsi.stɾo/Ορισμοί
- συνοδευτικό κρουστό μουσικό όργανο που αποτελείται από μια χειρολαβή και το κυρίως μέρος του (σε σχήμα πετάλου ή σπιρουνιού) με προσαρμοσμένα κουδουνάκια που παράγουν κάποιον ήχο και κρατούν το ρυθμό σε κάθε τους κίνηση.
- κουδουνίστρα
- γλωσσίδι καμπάνας ή κουδουνιού
- κουδουνάκι ντεφιού
- κατασκευή που συμβάλλει στην έκπλυση μεταλλεύματος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.