HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πιπεριά | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/pipeˈrʝa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπέρι
    accusative, nominative, plural, vocative
  3. οποιοδήποτε από τα καρποφόρα φυτά του γένους Capsicum
  4. πράσινος, κίτρινος ή κόκκινος καρπός που παράγεται από το ομώνυμο φυτό, με γεύση ελαφριά μέχρι καυτερή

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ [παιδικό τραγούδι, πρώτη στροφή] Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πιπεριά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course