Meaning of πιπεριά | Babel Free
/pipeˈrʝa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπέρι accusative, nominative, plural, vocative
- οποιοδήποτε από τα καρποφόρα φυτά του γένους Capsicum
- πράσινος, κίτρινος ή κόκκινος καρπός που παράγεται από το ομώνυμο φυτό, με γεύση ελαφριά μέχρι καυτερή
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ [παιδικό τραγούδι, πρώτη στροφή] Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.