HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πιπέρι | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/piˈpe.ɾi/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. καρπός φυτού της οικογένειας Piperaceae
  3. μπαχαρικό που παράγεται από τους καρπούς των φυτών της οικογένειας Piperaceae

Ισοδύναμα

English pepper

Παραδείγματα

“※ Συνεχίζουμε, τοποθετώντας επάνω από τον γαλέο τις ροδέλες της ντομάτας, τα κρεμμύδια, τις πιπεριές και το τυρί. Ραντίζουμε με το ελαιόλαδο και ψήνουμε έως ότου πάρει χρώμα το φαγητό. Μόλις το βγάλουμε από τον φούρνο, πασπαλίζουμε με ρίγανη και φρεσκοτριμμένο πιπέρι. (Γαλέος σαγανάκι, Το Βήμα, 10/06/2013 http://www.tovima.gr/vimagourmet/recipes/article/?aid=517358)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πιπέρι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course