HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πιπέρι

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
piˈpe.ɾi

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. καρπός φυτού της οικογένειας Piperaceae
  3. μπαχαρικό που παράγεται από τους καρπούς των φυτών της οικογένειας Piperaceae

Ισοδύναμα

19 more languages

Παραδείγματα

“※ Συνεχίζουμε, τοποθετώντας επάνω από τον γαλέο τις ροδέλες της ντομάτας, τα κρεμμύδια, τις πιπεριές και το τυρί. Ραντίζουμε με το ελαιόλαδο και ψήνουμε έως ότου πάρει χρώμα το φαγητό. Μόλις το βγάλουμε από τον φούρνο, πασπαλίζουμε με ρίγανη και φρεσκοτριμμένο πιπέρι. (Γαλέος σαγανάκι, Το Βήμα, 10/06/2013 http://www.tovima.gr/vimagourmet/recipes/article/?aid=517358)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πιπέρι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free