Meaning of πηγάζω | Babel Free
/piˈɣa.zo/Ορισμοί
-
ξεπηδώ από πηγή, αναβλύζω literally
-
προέρχομαι, εκπορεύομαι figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Το όνομα του όρους Μιτσικέλι πηγάζει από τη σλαβική λέξη μέτσκα που θα πει αρκούδα. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.