HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

περίπτερο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
peˈɾi.pte.ɾo

Ορισμοί

  1. μικρό στεγασμένο κατάστημα σε πεζοδρόμιο που πουλάει διάφορα αντικείμενα καθημερινής χρήσης
  2. στεγασμένο κτίσμα σε κήπο που περιβάλλεται από κολονάκια
  3. ξεχωριστό προσωρινό κτίσμα εταιρείας ή οργάνωσης σε έκθεση

Ισοδύναμα

38 more languages

Παραδείγματα

“Αγόρασα τσιγάρα από το περίπτερο της γωνίας.”

I bought cigarettes from the kiosk on the corner.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη περίπτερο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free