Meaning of πειρατής | Babel Free
/pi.raˈtis/Ορισμοί
- αυτός που συμμετέχει στο πλήρωμα πλοίου το οποίο επιτίθεται σε άλλα, για να αρπάξει το φορτίο τους
-
αυτός που ασκεί παράνομη επαγγελματική ή ερασιτεχνική δραστηριότητα figuratively
-
ο οδηγός ταξί χωρίς άδεια figuratively
-
ο ραδιοπειρατής figuratively
-
αυτός που αντιγράφει ή διακινεί παράνομα λογισμικό ή ψηφιακό υλικό (ταινίες, μουσική κ.λπ.) figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Πειρατές του Αιγαίου”
Pirates of the Aegean Sea
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.