HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πειρατής | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/pi.raˈtis/

Ορισμοί

  1. αυτός που συμμετέχει στο πλήρωμα πλοίου το οποίο επιτίθεται σε άλλα, για να αρπάξει το φορτίο τους
  2. αυτός που ασκεί παράνομη επαγγελματική ή ερασιτεχνική δραστηριότητα
    figuratively
  3. ο οδηγός ταξί χωρίς άδεια
    figuratively
  4. ο ραδιοπειρατής
    figuratively
  5. αυτός που αντιγράφει ή διακινεί παράνομα λογισμικό ή ψηφιακό υλικό (ταινίες, μουσική κ.λπ.)
    figuratively

Ισοδύναμα

English Filibuster pirate

Παραδείγματα

“Πειρατές του Αιγαίου”

Pirates of the Aegean Sea

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πειρατής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course